Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

Η Εθνική Ελλάδος Μπάσκετ πρωταθλήτρια Ευρώπης 1987


 Για να φτάσεις ψηλά κάποιος κάποτε πήρε μια θαρραλέα απόφαση....









Ο αξέχαστος μεγάλος τελικός   www.basket.gr

Κυριακή 14 Ιουνίου 1987. Όλη η Ελλάδα βρίσκεται στο πόδι. Ο συνηθισμένος ρυθμός της ζωής έχει σχεδόν παραλύσει. Κανείς δεν ασχολείται με τίποτε άλλο παρά μόνο με το μεγάλο τελικό του 25ου Πανευρωπαϊκού Πρωταθλήματος. Είναι ένα φαινόμενο πραγματικά σπάνιο και πρωτόγνωρο μα όμορφο και συναρπαστικό. Ένα ολόκληρο έθνος, ξεχνώντας τις δυσκολίες, τις διαφορές και τις αντιθέσεις του, ζητά ενωμένο σαν μια γροθιά τη νίκη και την κατάκτηση του επίζηλου τίτλου.

Ο αντίπαλος, όμως, είναι μια πανίσχυρη και υπερπλήρης ομάδα. Η ισχυρότερη στον κόσμο (εκτός ΝΒΑ) εκείνη την εποχή, μ' ένα μεγάλο προπονητή στον πάγκο της, το συνταγματάρχη Αλεξάντερ Γκομέλσκι. Μ' ένα παρελθόν αξεπέραστο σε νίκες και θριάμβους: 14 φορές (!!) πρωταθλήτρια Ευρώπης, 3 φορές πρωταθλήτρια κόσμου (1967, 1974, 1982) και μια φορά πρώτη ολυμπιονίκης (1972). Αήττητη στο Ευρωμπάσκετ '87 με 7 νίκες σε 7 αγώνες, αήττητη και στους αγώνες που είχε δώσει με την Εθνική Ελλάδος μέχρι την ιστορική εκείνη μέρα, μετρώντας 12 νίκες σε ισάριθμα παιχνίδια.

Στο μεγάλο τελικό είχαμε, λοιπόν, από τη μια μεριά μια παθιασμένη ομάδα με ολόκληρο το λαό της μικρής χώρας που αντιπροσώπευε στο πλευρό της να ποθεί όσο τίποτε άλλο τον πρώτο της τίτλο και από την άλλη μια θρυλική και αχτύπητη ομάδα, βγαλμένη μέσα από τα γήπεδα μιας παγκόσμιας υπερδύναμης που ξεπερνούσε τα 200 εκατ. κατοίκους, να ζητά ένα ακόμη τρόπαιο για την πλούσια συλλογή της.

Το στάδιο Ειρήνης και Φιλίας ασφυκτικά γεμάτο από 16-17.000 κόσμο, ντυμένο και στολισμένο στα γαλάζια, υποδέχτηκε τους δυο μεγάλους φιναλίοτ μέσα σε μια απίθανα πανηγυρική ατμόσφαιρα. Ώρα Ελλάδος 8 μ.μ. Φασούλας και Τσατσένκο πηδούν για το τζάμπολ, ενώ γύρω τους, στη σέντρα του γηπέδου, τις πρώτες πεντάδες συμπληρώνουν οι Γκάλης, Γιαννάκης, Χριστοδούλου, Καμπούρης για την Ελλάδα και Μαρτσουλιόνις, Χομίτσιους, Βολκόφ, Τιχονένκο για τη Σοβιετική Ένωση.

Όσοι πίστευαν ότι η ελληνική ομάδα θα παρουσιαζόταν κορεσμένη και ταυτόχρονα ευχαριστημένη έστω από τη συμμετοχή της στον τελικό, και άρα θ' αποτελούσε εύκολη λεία για τη σοβιετική αρμάδα, διαψεύστηκαν αμέσως. Μέσα στο γήπεδο οι Έλληνες παίκτες άφησαν τον κόσμο έκθαμβο με τη δύ ναμη, την ορμή και το πάθος τους, δικαιώνοντας το «στρατηγό των θριάμβων», Κώστα Πολίτη, που είχε δηλώσει πριν τον αγώνα: «Είμαστε έτοιμοι για το μεγάλο μπαμ». Έτσι, η όποια τεχνική ανωτερότητα των αντιπάλων εξουδετερώθηκε από το πρώτο δευτερόλεπτο και ο αγώνας εξελίχθηκε σε μια αδυσώπητη μάχη οώμα με σώμα. Η ελληνική ομάδα πήρε οτην αρχή το προβάδισμα οτο σκορ και αφού προηγήθηκε 21-13 και 35-19 στο 16', έκλεισε το ημίχρονο προηγούμενη μόνο με 42-41, αφού οι Σοβιετικοί προς το τέλος αντέδρασαν αποφασιστικά. Το β' ημίχρονο εξελίσσεται σε ένα τρομερό ντέρμπι και τα εκατομμύρια των ανθρώπων που παρακολουθούν την τιτάνια μάχη γίνονται μάρτυρες ενός πραγματικά εκπληκτικού αγώνα. Κάποια στιγμή μετά το 30' και αφού βασικοί Έλληνες παίκτες έχουν φορτωθεί με φάουλ, οι Σοβιετικοί ξεφεύγουν στο σκορ με 61-69 στο 31' και 74-82 στο 36', ενώ μετά από λίγο και μέσα σε μισό λεπτό αποβάλλονται με 5 φάουλ ο Π. Φασούλας (2'.30" πριν από το τέλος) και ο Παν. Γιαννάκης (2' πριν από το τέλος). Ο τελικός έχει γείρει πια προς το μέρος των
Σοβιετικών.

Αλλά να που αυτή η υπέροχη ελληνική ομάδα διέθετε απίστευτες και αστείρευτες ψυχικές δυνάμεις. Μέσα στα δύο τελευταία λεπτά και παρά το γεγονός ότι έχει χάσει δύο κορυφαίες μονάδες της, «γυρίζει» το παιχνίδι και με δύο εύστοχες βολές του εξαιρετικού και σ' αυτό τον κρίσιμο αγώνα Λιβέρι^ Ανδρίτσου ισοφαρίζει 36" πριν από το τέλος του αγώνα σε 89-89 και οδηγούμαστε στην παράταση.



Τα 5 λεπτά που ακολούθησαν φάνηκαν σαν ένας ολόκληρος αιώνας, με τον εκπληκτικό Αετονό Β. Βάλτερς να απαντά με τρίποντα από τα 7 μέτρα στα απίθανα καλάθια του ασύγκριτου Νίκου Γκάλη (πέτυχε στον τελικό 40 πόντους) και το φανταστικό εκείνη τη μέρα γερο-Γιοβάισα να ισοφαρίζει 36" πριν από το τέλος της παράτασης με νέα βόμβα τριών πόντων σε 101-101. Τα 36" που ακολούθησαν θα μείνουν στη μνήμη των Ελλήνων βαθιά χαραγμένα. Η ελληνική ομάδα ξεκινάει για την τελευταία της επίθεση ροκανίζοντας το χρόνο. Απομένουν μόλις 10" και ο έξοχος εκείνη τη μέρα Μέμος Ιωάννου παίρνει την μπάλα από τον Λιβέρη Ανδρίτσο. Επιχειρεί μπάσιμο, σουτάρει, αλλά η μπάλα αναπηδάει στο στεφάνι και βγαίνει έξω. Όμως, ο Αργύρης Καμπούρης κερδίζει το ριμπάουντ, αναγκάζοντας τον πρόωρα αδικοχαμένο Βαλερί Γκομπόροφ να του κάνει φάουλ 4" πριν από το τέλος. Όλη η Ελλάδα κρεμόταν πλέον από τα χέρια αυτού
του πραγματικά «άξιου προς μίμηση» γίγαντα. Και αυτός, με τις δυο πιο φημισμένες εύστοχες ελεύθερες βολές στην ιστορία του ελληνικού αλλά και του ευρωπαϊκού μπάσκετ, διαμορφώνει το σκορ σε 103-101 που έμελλε να είναι το τελικό, και έστελνε τον εαυτό του, τους συμπαίκτες του, τους προπονητές του και όλους τους Έλληνες στον έβδομο ουρανό, αφού το ηλεκτρονικό ταμπλό του σταδίου έγραφε αμέσως μετά:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...